Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραδοσιοκρατία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φιλοσοφίαθεωρία κατά την οποία είναι ανάγκη να διατηρούνται οι θρησκευτικές, πολιτικές και άλλες παραδόσεις, έστω και αν αυτό αντιτίθεται στις σύγχρονες ανάγκες της κοινωνίας ή την κοινή λογική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παραδοσιοκρατία < παράδοσι(ς) + -ο- + -κρατία < κρατῶ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαραδοσιοκρατίαπαραδοσιοκρατίες
Γενικήπαραδοσιοκρατίαςπαραδοσιοκρατιών
Αιτιατικήπαραδοσιοκρατίαπαραδοσιοκρατίες
Κλητικήπαραδοσιοκρατίαπαραδοσιοκρατίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →