Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραεπιστήμη

/pa.ɾa.e.piˈsti.mi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νεολογισμόςτομέας γνώσεων ο οποίος διαφέρει σημαντικά από την επιστήμη Βικιλεξικό
    • Η κυριαρχία του ανορθολογισμού και της παραεπιστήμης είναι ένας παράλληλος σκοτεινός κόσμος που πνίγει τον δημόσιο χώρο. (Γρηγόρης Μπέκος, Στέφανος Τραχανάς: Στα πανεπιστήμια κυριαρχεί ο δογματισμός, Το Βήμα, 23 Μαΐου 2014)

Ετυμολογία

παραεπιστήμη < παρα- + επιστήμη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαραεπιστήμηπαραεπιστήμες
Γενικήπαραεπιστήμηςπαραεπιστημών
Αιτιατικήπαραεπιστήμηπαραεπιστήμες
Κλητικήπαραεπιστήμηπαραεπιστήμες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →