παραθαλάσσιος
•
- που βρίσκεται δίπλα στη θάλασσα Βικιλεξικό
- έχτισαν εξοχικό σε παραθαλάσσια περιοχή
- Ὁ νέος δήμαρχος ἦτον ἄγαμος, καὶ εἶχεν ἀναλάβει ὑπὸ τὴν σκέπην τῶν πτερύγων του τὴν δασκάλισσαν, ὡς ξένην καὶ ἀπροστάτευτον νέαν, ἥτις ἐκατοικοῦσεν ἀντικρὺ τῆς οἰκίας του ἀπὸ τὸν ἐπάνω δρόμον, παράλληλον τῆς παραθαλασσίας ἀγορᾶς, πρὸς τὴν ὁποίαν ἔβλεπεν ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευρὰν ἡ οἰκία τοῦ δημάρχου. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στρίγγλα Μάννα, 1902)
Ετυμολογία
παραθαλάσσιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παραθαλάσσιος / παραθαλάττιος < παρα- + θαλάσσιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παραθαλάσσιος | παραθαλάσσια | παραθαλάσσιο |
| Γενική | παραθαλάσσιου | παραθαλάσσιας | παραθαλάσσιου |
| Αιτιατική | παραθαλάσσιο | παραθαλάσσια | παραθαλάσσιο |
| Κλητική | παραθαλάσσιε | παραθαλάσσια | παραθαλάσσιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παραθαλάσσιοι | παραθαλάσσιες | παραθαλάσσια |
| Γενική | παραθαλάσσιων | παραθαλάσσιων | παραθαλάσσιων |
| Αιτιατική | παραθαλάσσιους | παραθαλάσσιες | παραθαλάσσια |
| Κλητική | παραθαλάσσιοι | παραθαλάσσιες | παραθαλάσσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →