παραθερίζω
•
- περνάω τις καλοκαιρινές μου διακοπές σε κάποιο μέρος Βικιλεξικό
- Φέτος είδα πολλούς ξένους να παραθερίζουν στο χωριό της.
- μεταφορικάείμαι εξόριστος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραθερίζω μαρτυρείται από το 1887 με τη σύγχρονη σημασία < παρα- + θέρος + -ίζω ((μεταφραστικό δάνειο) νέα ελληνική ξεκαλοκαιριάζω). Δεν σχετίζεται με ελληνιστική κοινή παραθερίζω (θερίζω παράνομα γειτονικό χωράφι άλλου ιδιοκτήτη).
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παραθερίζω | παραθερίζεις | παραθερίζει | παραθερίζουμε | παραθερίζετε | παραθερίζουν / παραθερίζουνε |
| Παρατατικός | παραθέριζα | παραθέριζες | παραθέριζε | παραθερίζαμε | παραθερίζατε | παραθέριζαν / παραθερίζαν / παραθερίζανε |
| Αόριστος | παραθέρισα | παραθέρισες | παραθέρισε | παραθερίσαμε | παραθερίσατε | παραθέρισαν / παραθερίσαν / παραθερίσανε |
| Μέλλοντας | θα παραθερίζω / θα παραθερίσω | θα παραθερίζεις / θα παραθερίσεις | θα παραθερίζει / θα παραθερίσει | θα παραθερίζουμε / θα παραθερίσουμε | θα παραθερίζετε / θα παραθερίσετε | θα παραθερίζουν / θα παραθερίζουνε / θα παραθερίσουν / θα παραθερίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω παραθερίσει | έχεις παραθερίσει | έχει παραθερίσει | έχουμε παραθερίσει | έχετε παραθερίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παραθερίσει | είχες παραθερίσει | είχε παραθερίσει | είχαμε παραθερίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παραθερίσει / να παραθερίζω / να παραθερίσω | να έχεις παραθερίσει / να παραθερίζεις / να παραθερίσεις | να έχει παραθερίσει / να παραθερίζει / να παραθερίσει | να έχουμε παραθερίσει / να παραθερίζουμε / να παραθερίσουμε | να έχετε παραθερίσει / να παραθερίζετε / να παραθερίσετε | να παραθερίζουν / να παραθερίζουνε / να παραθερίσουν / να παραθερίσουνε |
| Προστακτική | — | παραθέριζε / παραθέρισε | — | — | παραθερίζετε / παραθερίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →