Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θέρος

/ˈθe.ɾos/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το καλοκαίρι Βικιλεξικό
  2. ο θερισμός Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηη εποχή του θερισμού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θέρος < αρχαία ελληνική θέρος < πρωτοελληνική *tʰéros < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷʰéros (ζέστη, ζεστός καιρός) < *gʷʰer- (ζεστός)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθέροςθέρη
Γενικήθέρους—
Αιτιατικήθέροςθέρη
Κλητικήθέροςθέρη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →