θέρος
•
- το καλοκαίρι Βικιλεξικό
- ο θερισμός Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη εποχή του θερισμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θέρος < αρχαία ελληνική θέρος < πρωτοελληνική *tʰéros < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷʰéros (ζέστη, ζεστός καιρός) < *gʷʰer- (ζεστός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θέρος | θέρη |
| Γενική | θέρους | — |
| Αιτιατική | θέρος | θέρη |
| Κλητική | θέρος | θέρη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →