Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραισθησιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με παραίσθηση, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. που έχει σχέση με παραισθησία, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παραισθησιακός < παραίσθηση / παραισθησία + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραισθησιακόςπαραισθησιακήπαραισθησιακό
Γενικήπαραισθησιακούπαραισθησιακήςπαραισθησιακού
Αιτιατικήπαραισθησιακόπαραισθησιακήπαραισθησιακό
Κλητικήπαραισθησιακέπαραισθησιακήπαραισθησιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραισθησιακοίπαραισθησιακέςπαραισθησιακά
Γενικήπαραισθησιακώνπαραισθησιακώνπαραισθησιακών
Αιτιατικήπαραισθησιακούςπαραισθησιακέςπαραισθησιακά
Κλητικήπαραισθησιακοίπαραισθησιακέςπαραισθησιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →