αισθάνομαι
•
- αντιλαμβάνομαι κάτι με τις αισθήσεις, κυρίως με την αίσθηση της αφής ή της όσφρησης Βικιλεξικό
- αισθάνθηκε ένα ελαφρό αεράκι να τον δροσίζει
- αντιλαμβάνομαι κάτι με το μυαλό μου, καταλαβαίνω Βικιλεξικό
- προαισθάνομαι Βικιλεξικό
- νιώθω ένα συναίσθημα Βικιλεξικό
- αισθάνθηκε για πρώτη φορά στη ζωή του ελεύθερος
- αμετάβατοαντιλαμβάνομαι κατά ένα ορισμένο τρόπο την ψυχολογική μου κατάσταση ή τις σωματικές μου δυνάμεις και την κατάσταση της υγείας μου Βικιλεξικό
- —Πώς αισθάνεσαι τώρα; —Πολύ καλύτερα, ευχαριστώˈ'
Ετυμολογία
αισθάνομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική αἰσθάνομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αισθάνομαι | αισθάνεσαι | αισθάνεται | αισθανόμαστε | αισθάνεστε | αισθάνονται |
| Παρατατικός | αισθανόμουν / αισθανόμουνα | αισθανόσουν / αισθανόσουνα | αισθανόταν / αισθανότανε | αισθανόμασταν / αισθανόμαστε | αισθανόσασταν / αισθανόσαστε | αισθάνονταν / αισθανόντουσαν |
| Αόριστος | αισθάνθηκα | αισθάνθηκες | αισθάνθηκε | αισθανθήκαμε | αισθανθήκατε | αισθάνθηκαν / αισθανθήκαν / αισθανθήκανε |
| Μέλλοντας | θα αισθάνομαι / θα αισθανθώ | θα αισθάνεσαι / θα αισθανθείς | θα αισθάνεται / θα αισθανθεί | θα αισθανθούμε / θα αισθανόμαστε | θα αισθάνεστε / θα αισθανθείτε | θα αισθάνονται / θα αισθανθούν / θα αισθανθούνε |
| Παρακείμενος | έχω αισθανθεί | έχεις αισθανθεί | έχει αισθανθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αισθανθεί | είχες αισθανθεί | είχε αισθανθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αισθανθεί / να αισθάνομαι / να αισθανθώ | να έχεις αισθανθεί / να αισθάνεσαι / να αισθανθείς | να έχει αισθανθεί / να αισθάνεται / να αισθανθεί | να αισθανθούμε / να αισθανόμαστε | να αισθάνεστε / να αισθανθείτε | να αισθάνονται / να αισθανθούν / να αισθανθούνε |
| Προστακτική | — | αισθάνου / αισθάνσου | — | — | αισθάνεστε / αισθανθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →