παρακάθομαι
•
- κάθομαι κοντά η δίπλα σε κάποιον ακολουθώντας ιεραρχική σειρά Βικιλεξικό
- λαϊκότροποκάθομαι για πάρα πολλή ώρα, αδρανώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρακάθομαι < αρχαία ελληνική παρακάθημαι < παρά + κάθημαι (3.παρα- + κάθομαι)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →