κάθομαι
•
- έχω το σώμα μου πάνω σε ένα κάθισμα (σε καρέκλα, καναπέ ή οτιδήποτε άλλο) Βικιλεξικό
- Κι εκεί που καθόμουνα ήσυχος στο παγκάκι, μπαμ! Μου 'ρχεται μια μπάλα στο κεφάλι.
- τοποθετώ το σώμα μου πάνω σε ένα κάθισμα ενώ πριν ήμουν όρθιος Βικιλεξικό
- Κάτσε κάτω, να ξεκουραστείς, να πάρεις μιαν ανάσα!
- «Κάτσε κάτω, Παπαδόπουλε, να αρχίσουμε το μάθημα!» είπε ο δάσκαλος.
- μένω, κατοικώ Βικιλεξικό
- Στον Βούθουλα καθόταν ένας φίλος μου γιατρός, ο Ξυνός. (Δημήτρης Ψαθάς (1939) Μαντάμ Σουσού [μυθιστόρημα])
- για πράγματαακουμπάω πάνω σε κάτι άλλο Βικιλεξικό
- για πράγματαυποχωρώ σε χαμηλότερο επίπεδο, καθιζάνω, κατακάθομαι Βικιλεξικό
- δεν εργάζομαι (είμαι άνεργος ή βρίσκομαι σε διακοπές) Βικιλεξικό
- μένω άπρακτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κάθομαι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κάθομαι < αρχαία ελληνική κάθημαι
Άλλοι τύποι
έκατσακάθισακαθισμένοςκαθούμενοςκαθόμουν
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →