παρακελευσματικός
•
- λόγιοπου προτρέπει, που παροτρύνει, που παρακινεί Βικιλεξικό
- γραμματικήπροτάσεις παρακελευσματικές που εκφέρονται με υποτακτική Βικιλεξικό
- παράδειγμα: «τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν»
- γραμματικήπαρακελευσματικά μόρια, όπως να, να μη, ας, άιντε, για να, που εισάγουν παρακελευσματικές προτάσεις Βικιλεξικό
- παράδειγμα: «ας πηγαίνουμε τώρα», «άντε να δω αν θα τα καταφέρεις»
Ετυμολογία
παρακελευσματικός < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική παρακελευσματικός < αρχαία ελληνική παρακέλευσμα, παρακελευσματ- + -ικός ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) < παρακελεύω < παρα- + κελεύω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρακελευσματικός | παρακελευσματική | παρακελευσματικό |
| Γενική | παρακελευσματικού | παρακελευσματικής | παρακελευσματικού |
| Αιτιατική | παρακελευσματικό | παρακελευσματική | παρακελευσματικό |
| Κλητική | παρακελευσματικέ | παρακελευσματική | παρακελευσματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρακελευσματικοί | παρακελευσματικές | παρακελευσματικά |
| Γενική | παρακελευσματικών | παρακελευσματικών | παρακελευσματικών |
| Αιτιατική | παρακελευσματικούς | παρακελευσματικές | παρακελευσματικά |
| Κλητική | παρακελευσματικοί | παρακελευσματικές | παρακελευσματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →