Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παροτρυντικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου συμβάλλει στην παρότρυνση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παροτρυντικός < ελληνιστική κοινή παροτρυντικός < αρχαία ελληνική παροτρύνω < ὀτρύνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαροτρυντικόςπαροτρυντικήπαροτρυντικό
Γενικήπαροτρυντικούπαροτρυντικήςπαροτρυντικού
Αιτιατικήπαροτρυντικόπαροτρυντικήπαροτρυντικό
Κλητικήπαροτρυντικέπαροτρυντικήπαροτρυντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαροτρυντικοίπαροτρυντικέςπαροτρυντικά
Γενικήπαροτρυντικώνπαροτρυντικώνπαροτρυντικών
Αιτιατικήπαροτρυντικούςπαροτρυντικέςπαροτρυντικά
Κλητικήπαροτρυντικοίπαροτρυντικέςπαροτρυντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →