παρακινώ
•
- ενθαρρύνω με λόγια ή πράξεις ή με τη δημιουργία κατάλληλων συνθηκών κάποια ενέργεια Βικιλεξικό
- δίνω κίνητρο σε κάποιον Βικιλεξικό
- τι παρακινεί το σημερινό μαθητή στο μάθημα;
Ετυμολογία
παρακινώ < αρχαία ελληνική παρακινέω / παρακινῶ < παρά + κινέω / κινῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παρακινώ | παρακινείς | παρακινεί | παρακινούμε | παρακινείτε | παρακινούν / παρακινούνε |
| Παρατατικός | παρακινούσα | παρακινούσες | παρακινούσε | παρακινούσαμε | παρακινούσατε | παρακινούσαν / παρακινούσανε |
| Αόριστος | παρακίνησα | παρακίνησες | παρακίνησε | παρακινήσαμε | παρακινήσατε | παρακίνησαν / παρακινήσαν / παρακινήσανε |
| Μέλλοντας | θα παρακινήσω / θα παρακινώ | θα παρακινήσεις / θα παρακινείς | θα παρακινήσει / θα παρακινεί | θα παρακινήσουμε / θα παρακινούμε | θα παρακινήσετε / θα παρακινείτε | θα παρακινήσουν / θα παρακινήσουνε / θα παρακινούν / θα παρακινούνε |
| Παρακείμενος | έχω παρακινήσει | έχεις παρακινήσει | έχει παρακινήσει | έχουμε παρακινήσει | έχετε παρακινήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παρακινήσει | είχες παρακινήσει | είχε παρακινήσει | είχαμε παρακινήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παρακινήσει / να παρακινήσω / να παρακινώ | να έχεις παρακινήσει / να παρακινήσεις / να παρακινείς | να έχει παρακινήσει / να παρακινήσει / να παρακινεί | να έχουμε παρακινήσει / να παρακινήσουμε / να παρακινούμε | να έχετε παρακινήσει / να παρακινήσετε / να παρακινείτε | να παρακινήσουν / να παρακινήσουνε / να παρακινούν / να παρακινούνε |
| Προστακτική | — | παρακίνει / παρακίνησε | — | — | παρακινήστε / παρακινείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →