παρακολούθηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παρακολουθώ Βικιλεξικό
- η συστηματική παρατήρηση των κινήσεων, των δραστηριοτήτων κάποιου που γίνεται κρυφά
- η παρατήρηση με το βλέμμα ή και την ακοή ενός οργανωμένου θεάματος ή ακροάματος, κάποιων κινήσεων ή δραστηριοτήτων
- η συμμετοχή σε κάποιες (κυρίως πνευματικές) δραστηριότητες
- η συστηματική παρατήρηση με σκοπό την ενημέρωση ή την πληροφόρηση σχετικά με την εξέλιξη ή τη μεταβολή μιας κατάστασης, διαδικασίας κτλ.
- ιατρικήτακτική εξέταση ασθενούς κατόπιν θεραπείας ή χειρουργείου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρακολούθηση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παρακολούθη(σις) +-ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρακολούθηση | παρακολουθήσεις |
| Γενική | παρακολούθησης | παρακολουθήσεων |
| Αιτιατική | παρακολούθηση | παρακολουθήσεις |
| Κλητική | παρακολούθηση | παρακολουθήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →