παρακωλύω
•
- παρεμποδίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρακωλύω < παρα- + κωλύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παρακωλύω | παρακωλύεις | παρακωλύει | παρακωλύουμε | παρακωλύετε | παρακωλύουν / παρακωλύουνε |
| Παρατατικός | παρακώλυα | παρακώλυες | παρακώλυε | παρακωλύαμε | παρακωλύατε | παρακωλύαν / παρακωλύανε / παρακώλυαν |
| Αόριστος | παρακώλυσα | παρακώλυσες | παρακώλυσε | παρακωλύσαμε | παρακωλύσατε | παρακωλύσαν / παρακωλύσανε / παρακώλυσαν |
| Μέλλοντας | θα παρακωλύσω / θα παρακωλύω | θα παρακωλύεις / θα παρακωλύσεις | θα παρακωλύει / θα παρακωλύσει | θα παρακωλύουμε / θα παρακωλύσουμε | θα παρακωλύετε / θα παρακωλύσετε | θα παρακωλύουν / θα παρακωλύουνε / θα παρακωλύσουν / θα παρακωλύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω παρακωλύσει | έχεις παρακωλύσει | έχει παρακωλύσει | έχουμε παρακωλύσει | έχετε παρακωλύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παρακωλύσει | είχες παρακωλύσει | είχε παρακωλύσει | είχαμε παρακωλύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παρακωλύσει / να παρακωλύσω / να παρακωλύω | να έχεις παρακωλύσει / να παρακωλύεις / να παρακωλύσεις | να έχει παρακωλύσει / να παρακωλύει / να παρακωλύσει | να έχουμε παρακωλύσει / να παρακωλύουμε / να παρακωλύσουμε | να έχετε παρακωλύσει / να παρακωλύετε / να παρακωλύσετε | να παρακωλύουν / να παρακωλύουνε / να παρακωλύσουν / να παρακωλύσουνε |
| Προστακτική | — | παρακώλυε / παρακώλυσε | — | — | παρακωλύετε / παρακωλύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →