παραλήρημα
•
- ο ασυνάρτητος και χωρίς νόημα λόγος, ο οποίος αποτελεί σύμπτωμα ορισμένων οργανικών ή ψυχικών παθήσεων, παραμιλητό Βικιλεξικό
- τρομώδες παραλήρημα
- η φλυαρία Βικιλεξικό
- θεατρικό παραλήρημα
- μεταφορικάο λόγος ο οποίος χαρακτηρίζεται από φανατισμό και έλλειψη ειρμού ή η κατάσταση υστερίας και βίαιου ενθουσιασμού Βικιλεξικό
- εθνικιστικό παραλήρημα
- Ανθελληνικό παραλήρημα
Ετυμολογία
παραλήρημα < ελληνιστική κοινή παραλήρημα < αρχαία ελληνική παραληρέω / παραληρῶ < παρά + ληρέω / ληρῶ ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική délire)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παραλήρημα | παραληρήματα |
| Γενική | παραληρήματος | παραληρημάτων |
| Αιτιατική | παραλήρημα | παραληρήματα |
| Κλητική | παραλήρημα | παραληρήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →