Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραληρηματικός

/pa.ɾa.li.ɾi.ma.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το παραλήρημα, αναφέρεται σ’ αυτό ή το προκαλεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παραληρηματικός < παραλήρημα + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραληρηματικόςπαραληρηματικήπαραληρηματικό
Γενικήπαραληρηματικούπαραληρηματικήςπαραληρηματικού
Αιτιατικήπαραληρηματικόπαραληρηματικήπαραληρηματικό
Κλητικήπαραληρηματικέπαραληρηματικήπαραληρηματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραληρηματικοίπαραληρηματικέςπαραληρηματικά
Γενικήπαραληρηματικώνπαραληρηματικώνπαραληρηματικών
Αιτιατικήπαραληρηματικούςπαραληρηματικέςπαραληρηματικά
Κλητικήπαραληρηματικοίπαραληρηματικέςπαραληρηματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →