παραλληλίζω
•
- κάνω κάτι παράλληλο με κάτι άλλο Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπαρομοιάζω, παραβάλλω, συγκρίνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραλληλίζω < παράλληλος + -ίζω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική paralléliser)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παραλληλίζω | παραλληλίζεις | παραλληλίζει | παραλληλίζουμε | παραλληλίζετε | παραλληλίζουν / παραλληλίζουνε |
| Παρατατικός | παραλλήλιζα | παραλλήλιζες | παραλλήλιζε | παραλληλίζαμε | παραλληλίζατε | παραλλήλιζαν / παραλληλίζαν / παραλληλίζανε |
| Αόριστος | παραλλήλισα | παραλλήλισες | παραλλήλισε | παραλληλίσαμε | παραλληλίσατε | παραλλήλισαν / παραλληλίσαν / παραλληλίσανε |
| Μέλλοντας | θα παραλληλίζω / θα παραλληλίσω | θα παραλληλίζεις / θα παραλληλίσεις | θα παραλληλίζει / θα παραλληλίσει | θα παραλληλίζουμε / θα παραλληλίσουμε | θα παραλληλίζετε / θα παραλληλίσετε | θα παραλληλίζουν / θα παραλληλίζουνε / θα παραλληλίσουν / θα παραλληλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω παραλληλίσει | έχεις παραλληλίσει | έχει παραλληλίσει | έχουμε παραλληλίσει | έχετε παραλληλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παραλληλίσει | είχες παραλληλίσει | είχε παραλληλίσει | είχαμε παραλληλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παραλληλίσει / να παραλληλίζω / να παραλληλίσω | να έχεις παραλληλίσει / να παραλληλίζεις / να παραλληλίσεις | να έχει παραλληλίσει / να παραλληλίζει / να παραλληλίσει | να έχουμε παραλληλίσει / να παραλληλίζουμε / να παραλληλίσουμε | να έχετε παραλληλίσει / να παραλληλίζετε / να παραλληλίσετε | να παραλληλίζουν / να παραλληλίζουνε / να παραλληλίσουν / να παραλληλίσουνε |
| Προστακτική | — | παραλλήλιζε / παραλλήλισε | — | — | παραλληλίζετε / παραλληλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →