Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραλληλίζω

ρήμα
•
  1. κάνω κάτι παράλληλο με κάτι άλλο Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηπαρομοιάζω, παραβάλλω, συγκρίνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παραλληλίζω < παράλληλος + -ίζω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική paralléliser)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπαραλληλίζωπαραλληλίζειςπαραλληλίζειπαραλληλίζουμεπαραλληλίζετεπαραλληλίζουν / παραλληλίζουνε
Παρατατικόςπαραλλήλιζαπαραλλήλιζεςπαραλλήλιζεπαραλληλίζαμεπαραλληλίζατεπαραλλήλιζαν / παραλληλίζαν / παραλληλίζανε
Αόριστοςπαραλλήλισαπαραλλήλισεςπαραλλήλισεπαραλληλίσαμεπαραλληλίσατεπαραλλήλισαν / παραλληλίσαν / παραλληλίσανε
Μέλλονταςθα παραλληλίζω / θα παραλληλίσωθα παραλληλίζεις / θα παραλληλίσειςθα παραλληλίζει / θα παραλληλίσειθα παραλληλίζουμε / θα παραλληλίσουμεθα παραλληλίζετε / θα παραλληλίσετεθα παραλληλίζουν / θα παραλληλίζουνε / θα παραλληλίσουν / θα παραλληλίσουνε
Παρακείμενοςέχω παραλληλίσειέχεις παραλληλίσειέχει παραλληλίσειέχουμε παραλληλίσειέχετε παραλληλίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα παραλληλίσειείχες παραλληλίσειείχε παραλληλίσειείχαμε παραλληλίσει——
Υποτακτικήνα έχω παραλληλίσει / να παραλληλίζω / να παραλληλίσωνα έχεις παραλληλίσει / να παραλληλίζεις / να παραλληλίσειςνα έχει παραλληλίσει / να παραλληλίζει / να παραλληλίσεινα έχουμε παραλληλίσει / να παραλληλίζουμε / να παραλληλίσουμενα έχετε παραλληλίσει / να παραλληλίζετε / να παραλληλίσετενα παραλληλίζουν / να παραλληλίζουνε / να παραλληλίσουν / να παραλληλίσουνε
Προστακτική—παραλλήλιζε / παραλλήλισε——παραλληλίζετε / παραλληλίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →