παραλυμένος
•
- που έχει παραλύσει, πχ. από φόβο Βικιλεξικό
- μεταφορικάανόητος, χαζός Βικιλεξικό
- σταμάτα να κάνεις χαζομάρες, παραλυμένο
Ετυμολογία
παραλυμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου παραλύω
Άλλοι τύποι
παραλυμέναπαραλυμένεπαραλυμένεςπαραλυμένηπαραλυμένηςπαραλυμένοπαραλυμένοιπαραλυμένοςπαραλυμένουπαραλυμένουςπαραλυμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →