Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραλυμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει παραλύσει, πχ. από φόβο Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάανόητος, χαζός Βικιλεξικό
    • σταμάτα να κάνεις χαζομάρες, παραλυμένο

Ετυμολογία

παραλυμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου παραλύω

Άλλοι τύποι

παραλυμέναπαραλυμένεπαραλυμένεςπαραλυμένηπαραλυμένηςπαραλυμένοπαραλυμένοιπαραλυμένοςπαραλυμένουπαραλυμένουςπαραλυμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →