Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραμάνα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. παρωχημένογυναίκα που θήλαζε ξένα παιδιά έναντι αμοιβής Βικιλεξικό
  2. επάγγελμαγυναίκα που έχει σαν επάγγελμα τη φροντίδα και διαπαιδαγώγηση παιδιών, συνήθως σε μικρή ηλικία Βικιλεξικό
    • Άστραψεν η ανατολή, / κούνα, παραμάνα, το παιδί / και βρόντησεν η δύση, κούνα το παιδί/ μην τύχει και ξυπνήσει. (Στίχοι από το παραδοσιακό τραγούδι Άστραψεν η ανατολή)
  3. είδος καρφίτσας Βικιλεξικό
    • Πάλι καινούργια κομένα ποδάρια... Και βλέπεις τώρα δεκανίκια και ν' ανεβαίνουν σκάλες, δυο - δυο, στον πηδηχτούλι, σα νάτανε παιδάκια και νάπαιζαν μ' αυτό. Και συ να τύχεις τότε ν' ανεβαίνεις ξοπίσω, και στάλα - στάλα εκείνο το φοβερό παιχνίδι τους, να τύχεις να το παρακολουθάς. Και κάτω απ' το μπατζακλίκι, τ' άχρηστο κι' ανασηκωμένο με την παραμάνα, να νιώθεις ότι ακόμα τρέχουνε, νωπές ακόμα και δεν κλείσανε, οι τελευταίες χτεσινές πληγές. (Μέλπω Αξιώτη, Άπαντα, τομ. 3, 1980, σελ. 131)

Ετυμολογία

παραμάνα < παρά + μάνα # παραμάνα < (άμεσο δάνειο) βενετική paraman

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαραμάναπαραμάνες
Γενικήπαραμάναςπαραμανών
Αιτιατικήπαραμάναπαραμάνες
Κλητικήπαραμάναπαραμάνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →