παραμάσχαλα
•
- κυριολεκτικάστη μασχάλη, στο χώρο που βρίσκεται κάτω από τη μασχάλη Βικιλεξικό
- μη μας ξυπνήσει από τις χαραμάδες του το φως του πρωινού, με την πασχαλοκουλούρα παραμάσχαλα και το τσουρέκι με το κόκκινο αυγό στη μέση (Βασίλης Βασιλικός, Τα δώρα της αγάπης, «Νέα Σύνορα», Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη, 1998, σελ. 133)
- κατ’ επέκτασηστα χέρια, στον ώμο Βικιλεξικό
- ...πήγαν στο αμπέλι με τα κοφίνια παραμάσχαλα να τρυγήσουν σταφύλια...
- Συνήθως η μοναδική συντροφιά του είναι το νέφος, η κίνηση και οι τουρίστες με τις φωτογραφικές μηχανές παραμάσχαλα.
Ετυμολογία
παραμάσχαλα < παραμάσκαλα με λόγια επίδραση [sk] > [sx]. Μορφολογικά αναλύεται σε παρα- + μασχάλ(η) + -α
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →