υπό μάλης
•
- λόγιοκάτω απ’ τη μασχάλη Βικιλεξικό
- πήρε το βιβλίο υπό μάλης και τράβηξε για το μάθημα
Ετυμολογία
υπό μάλης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑπό μάλης < ὑπό & μάλης
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →