παραμένω
•
- εξακολουθώ να βρίσκομαι σε έναν τόπο Βικιλεξικό
- μετά τη σύσκεψη ο διευθυντής τον κράτησε στο γραφείο του όπου παρέμειναν συζητώντας για πολλή ώρα
- εξακολουθώ να βρίσκομαι σε μια κατάσταση χωρίς αλλαγή για κάποιο χρονικό διάστημα Βικιλεξικό
- μετά από τόση ένταση όλοι παρέμειναν σιωπηλοί για αρκετή ώρα
- Βεβαίως, όσοι είχαν ένα δράμι μυαλό, έμπαιναν στον κόπο να σκεφτούν πως για πράκτορας παραήμουν φασαριόζος. Οι πράκτορες είναι συνήθως χαμηλών τόνων, παραμένουν στη σκιά, δικτυώνονται, δεν τραβούν τη δημοσιότητα πάνω τους, ούτε τρίβονται διαρκώς στην γκλίτσα του τσοπάνη. (Πέτρος Τατσόπουλος, Ήμουν κι εγώ εκεί, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)
- στον αόριστο παραέμεινα: μένω υπερβολικά κάπου ή κάπως για πολύ χρόνο Βικιλεξικό
- παραέμεινα αδρανής, πρέπει να βρω κάτι να κάνω
Ετυμολογία
παραμένω < παρά + μένω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →