παρανάλωμα
•
- αυτό ή αυτός που καταστρέφεται ολοσχερώς, που πέφτει θύμα, που καίγεται ολοκληρωτικά (σύνηθες κυρίως στην έκφραση γίνομαι παρανάλωμα του πυρός) Βικιλεξικό
- το εργοστάσιο και τόνοι εμπορευμάτων έγιναν παρανάλωμα του πυρός
- παρανάλωμα του πάθους / έρωτα παρανάλωμα / παρανάλωμα της απληστίας
Ετυμολογία
παρανάλωμα < (ελληνιστική κοινή) παρανάλωμα < παραναλίσκω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρανάλωμα | παραναλώματα |
| Γενική | παραναλώματος | παραναλωμάτων |
| Αιτιατική | παρανάλωμα | παραναλώματα |
| Κλητική | παρανάλωμα | παραναλώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →