παρανομώ
•
- κάνω παρανομία, είμαι παράνομος, παραβαίνω κάποιον νόμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρανομώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παρανομῶ, συνηρημένος τύπος του παρανομέω < παρα- + νόμος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παρανομώ | παρανομείς | παρανομεί | παρανομούμε | παρανομείτε | παρανομούν / παρανομούνε |
| Παρατατικός | παρανομούσα | παρανομούσες | παρανομούσε | παρανομούσαμε | παρανομούσατε | παρανομούσαν / παρανομούσανε |
| Αόριστος | παρανόμησα | παρανόμησες | παρανόμησε | παρανομήσαμε | παρανομήσατε | παρανομήσαν / παρανομήσανε / παρανόμησαν |
| Μέλλοντας | θα παρανομήσω / θα παρανομώ | θα παρανομήσεις / θα παρανομείς | θα παρανομήσει / θα παρανομεί | θα παρανομήσουμε / θα παρανομούμε | θα παρανομήσετε / θα παρανομείτε | θα παρανομήσουν / θα παρανομήσουνε / θα παρανομούν / θα παρανομούνε |
| Παρακείμενος | έχω παρανομήσει | έχεις παρανομήσει | έχει παρανομήσει | έχουμε παρανομήσει | έχετε παρανομήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παρανομήσει | είχες παρανομήσει | είχε παρανομήσει | είχαμε παρανομήσει | είχατε παρανομήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω παρανομήσει / να παρανομήσω / να παρανομώ | να έχεις παρανομήσει / να παρανομήσεις / να παρανομείς | να έχει παρανομήσει / να παρανομήσει / να παρανομεί | να έχουμε παρανομήσει / να παρανομήσουμε / να παρανομούμε | να έχετε παρανομήσει / να παρανομήσετε / να παρανομείτε | να παρανομήσουν / να παρανομήσουνε / να παρανομούν / να παρανομούνε |
| Προστακτική | — | παρανόμησε | — | — | παρανομήστε / παρανομείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →