παραπέμπω
•
- νομικός όροςμεταβιβάζω την αρμοδιότητα για κάποια υπόθεση σε άλλον ή σε άλλη υπηρεσία Βικιλεξικό
- ... η Ολομέλεια της Βουλής αποδέχτηκε και παρέπεμψε στην αρμόδια Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εργασίας την πρόταση νόμου που κατέθεσε ο Πρόεδρος του ...
- (κατ’ επέκταση) (ως εισαγγελική αρχή) καθιστώ κάποιον υπόδικο μεταβιβάζοντας την υπόθεση του σε δικαστική αρχή
- για άτομουποδεικνύω σε κάποιον άλλη υπηρεσία για την οποία θεωρώ ότι είναι η κατάλληλη ή η αρμόδια Βικιλεξικό
- χρησιμοποιώ μέσα σε κείμενο συγκεκριμένη τυπογραφική σήμανση για να υποδείξω άλλο σημείο στο οποίο υπάρχουν πρόσθετες πληροφορίες Βικιλεξικό
- (ειδικότερα) παραπέμπω σε αναλυτικά στοιχεία για την πηγή από την οποία πήρα τα στοιχεία
- μεταφορικάπαραπέμπω νοητικά, κάνω κάποιον να σκεφτεί κάτι σχετικό με εμένα Βικιλεξικό
- Εξερευνώντας τον μύθο του μικρού αγοριού που αρνείται να μεγαλώσει, η ψυχαναλύτρια - συγγραφέας παραπέμπει στη δική της παιδική ηλικία
- Ο ήχος του είναι ζεστός και μελαγχολικός και παραπέμπει στα βουνά και στην ποιμενική ζωή.
Ετυμολογία
παραπέμπω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παραπέμπω < παρά )παρα-) + πέμπω & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική renvoyer
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παραπέμπω | παραπέμπεις | παραπέμπει | παραπέμπουμε | παραπέμπετε | παραπέμπουν / παραπέμπουνε |
| Παρατατικός | παρέπεμπα | παρέπεμπες | παρέπεμπε | παραπέμπαμε | παραπέμπατε | παρέπεμπαν / παραπέμπαν / παραπέμπανε |
| Αόριστος | παρέπεμψα | παρέπεμψες | παρέπεμψε | παραπέμψαμε | παραπέμψατε | παρέπεμψαν / παραπέμψαν / παραπέμψανε |
| Μέλλοντας | θα παραπέμπω / θα παραπέμψω | θα παραπέμπεις / θα παραπέμψεις | θα παραπέμπει / θα παραπέμψει | θα παραπέμπουμε / θα παραπέμψουμε | θα παραπέμπετε / θα παραπέμψετε | θα παραπέμπουν / θα παραπέμπουνε / θα παραπέμψουν / θα παραπέμψουνε |
| Παρακείμενος | έχω παραπέμψει | έχεις παραπέμψει | έχει παραπέμψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παραπέμψει | είχες παραπέμψει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παραπέμψει / να παραπέμπω / να παραπέμψω | να έχεις παραπέμψει / να παραπέμπεις / να παραπέμψεις | να έχει παραπέμψει / να παραπέμπει / να παραπέμψει | να παραπέμπουμε / να παραπέμψουμε | να παραπέμπετε / να παραπέμψετε | να παραπέμπουν / να παραπέμπουνε / να παραπέμψουν / να παραπέμψουνε |
| Προστακτική | — | παράπεμπε / παράπεμψε | — | — | παραπέμπετε / παραπέμψτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
παραπέμφθηκαπαραπέμπομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →