Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραπέφτω

/pa.ɾaˈpe.fto/ρήμα
•
  1. πέφτω (από αδιαφορία ή απροσεξία) κάπου που είναι δύσκολο να με βρουν Βικιλεξικό
  2. πέφτω υπερβολικά, περισσότερο απ’ ό,τι πρέπει ή αναμένεται Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παραπέφτω < παρα- + πέφτω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπαραπέφτωπαραπέφτειςπαραπέφτειπαραπέφτουμεπαραπέφτετεπαραπέφτουν / παραπέφτουνε
Παρατατικόςπαρέπεφταπαρέπεφτεςπαρέπεφτεπαραπέφταμεπαραπέφτατεπαρέπεφταν / παραπέφταν / παραπέφτανε
Αόριστοςπαρέπεσαπαρέπεσεςπαρέπεσεπαραπέσαμεπαραπέσατεπαρέπεσαν / παραπέσαν / παραπέσανε
Μέλλονταςθα παραπέσω / θα παραπέφτωθα παραπέσεις / θα παραπέφτειςθα παραπέσει / θα παραπέφτειθα παραπέσουμε / θα παραπέφτουμεθα παραπέσετε / θα παραπέφτετεθα παραπέσουν / θα παραπέσουνε / θα παραπέφτουν / θα παραπέφτουνε
Παρακείμενοςέχω παραπέσειέχεις παραπέσειέχει παραπέσει———
Υπερσυντέλικοςείχα παραπέσειείχες παραπέσειείχε παραπέσει———
Υποτακτικήνα έχω παραπέσει / να παραπέσω / να παραπέφτωνα έχεις παραπέσει / να παραπέσεις / να παραπέφτειςνα έχει παραπέσει / να παραπέσει / να παραπέφτεινα παραπέσουμε / να παραπέφτουμενα παραπέσετε / να παραπέφτετενα παραπέσουν / να παραπέσουνε / να παραπέφτουν / να παραπέφτουνε
Προστακτική—έχε παραπεσμένο / παράπεσε / παράπεφτε——παραπέστε / παραπέφτετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →