παραπέφτω
•
- πέφτω (από αδιαφορία ή απροσεξία) κάπου που είναι δύσκολο να με βρουν Βικιλεξικό
- πέφτω υπερβολικά, περισσότερο απ’ ό,τι πρέπει ή αναμένεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραπέφτω < παρα- + πέφτω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παραπέφτω | παραπέφτεις | παραπέφτει | παραπέφτουμε | παραπέφτετε | παραπέφτουν / παραπέφτουνε |
| Παρατατικός | παρέπεφτα | παρέπεφτες | παρέπεφτε | παραπέφταμε | παραπέφτατε | παρέπεφταν / παραπέφταν / παραπέφτανε |
| Αόριστος | παρέπεσα | παρέπεσες | παρέπεσε | παραπέσαμε | παραπέσατε | παρέπεσαν / παραπέσαν / παραπέσανε |
| Μέλλοντας | θα παραπέσω / θα παραπέφτω | θα παραπέσεις / θα παραπέφτεις | θα παραπέσει / θα παραπέφτει | θα παραπέσουμε / θα παραπέφτουμε | θα παραπέσετε / θα παραπέφτετε | θα παραπέσουν / θα παραπέσουνε / θα παραπέφτουν / θα παραπέφτουνε |
| Παρακείμενος | έχω παραπέσει | έχεις παραπέσει | έχει παραπέσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παραπέσει | είχες παραπέσει | είχε παραπέσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παραπέσει / να παραπέσω / να παραπέφτω | να έχεις παραπέσει / να παραπέσεις / να παραπέφτεις | να έχει παραπέσει / να παραπέσει / να παραπέφτει | να παραπέσουμε / να παραπέφτουμε | να παραπέσετε / να παραπέφτετε | να παραπέσουν / να παραπέσουνε / να παραπέφτουν / να παραπέφτουνε |
| Προστακτική | — | έχε παραπεσμένο / παράπεσε / παράπεφτε | — | — | παραπέστε / παραπέφτετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →