Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πέφτω

/ˈpe.fto/ρήμα
•
  1. μεταβάλλεται το υψόμετρο στο οποίο βρίσκομαι λόγω της βαρύτητας Βικιλεξικό
    • αν το αφήσεις θα πέσει στο πάτωμα
    • φόρα καμιά ζώνη γιατί έχεις αδυνατίσει και σου πέφτει το παντελόνι
  2. μεταφορικάμειώνεται η τιμή μου Βικιλεξικό
    • έπεσε η τιμή της βενζίνης για μια μέρα και μετά ανέβηκε πάλι
    • όλο το βράδυ φύσαγε και η θερμοκρασία (ή το θερμόμετρο) έπεσε κάτω από το μηδέν
  3. ξαπλώνω Βικιλεξικό
    • Δεν πρόφτασα να πέσω, κι ο ύπνος με κυρίεψε. (⌘ Μ. Καραγάτσης, Ο κίτρινος φάκελος)
  4. σκοτώνομαι (σε πόλεμο) Βικιλεξικό
    • Μα ήταν αποφασισμένοι να μην παραδοθούν, και να πέσουν πολεμώντας σαν παλικάρια. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)
  5. ορμώ σε κάποιον, χιμάω σε κάποιον, επιτίθεμαι σε κάποιον Βικιλεξικό
    • μια κουβέντα είπα και πέσανε πάνω μου να με φάνε (μου επιτέθηκαν λεκτικά με σφοδρότητα)
  6. ξεκολλάω, βγαίνω από τη θέση μου Βικιλεξικό
    • είχανε αρχίσει να της πέφτουν τα μαλλιά εξαιτίας της χημειοθεραπείας
  7. μεταφορικάείμαι, βρίσκομαι (χρονικά ή τοπικά αντίστοιχα) Βικιλεξικό
    • προς τα που πέφτει η Αλόννησος;
    • φέτος το Πάσχα έπεσε νωρίς
  8. μεταφορικάυποχωρώ, υποκύπτω Βικιλεξικό
  9. σταματάω να λειτουργώ (λόγω βλάβης ή άλλου προβλήματος), διακόπτομαι Βικιλεξικό
    • έπεσε το ρεύμα σε όλο το χωριό
    • έπεσε η σύνδεσή μου (στο Διαδίκτυο) για τρίτη φορά απόψε
  10. έχω κάποια ιδιότητα (μέγεθος, ηλικία, κοινωνική θέση κλπ) η οποία συγκρινόμενη με την αντίστοιχη ιδιότητα άλλου αποδεικνύεται ανεπαρκής ή υπερβολική Βικιλεξικό
    • Αυτό το παντελόνι μού πέφτει λίγο μεγάλο.
    • Δεν της πέφτει μεγαλούτσικος ο αρραβωνιαστικός της;
    • Τι θα ήθελες να έχεις; Μερσεντές; Βολέψου με το Φιατάκι και πολύ σου πέφτει.

Ετυμολογία

πέφτω < μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική πίπτω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπέφτωπέφτειςπέφτειπέφτουμεπέφτετεπέφτουν / πέφτουνε
Παρατατικόςέπεφταέπεφτεςέπεφτεπέφταμεπέφτατεέπεφταν / πέφταν / πέφτανε
Αόριστοςέπεσαέπεσεςέπεσεπέσαμεπέσατεέπεσαν / πέσαν / πέσανε
Μέλλονταςθα πέσω / θα πέφτωθα πέσεις / θα πέφτειςθα πέσει / θα πέφτειθα πέσουμε / θα πέφτουμεθα πέσετε / θα πέφτετεθα πέσουν / θα πέσουνε / θα πέφτουν / θα πέφτουνε
Παρακείμενοςέχω πέσειέχεις πέσειέχει πέσειέχουμε πέσει——
Υπερσυντέλικοςείχα πέσειείχες πέσειείχε πέσει———
Υποτακτικήνα έχω πέσει / να πέσω / να πέφτωνα έχεις πέσει / να πέσεις / να πέφτειςνα έχει πέσει / να πέσει / να πέφτεινα έχουμε πέσει / να πέσουμε / να πέφτουμενα πέσετε / να πέφτετενα πέσουν / να πέσουνε / να πέφτουν / να πέφτουνε
Προστακτική—πέσε / πέφτε——πέστε / πέφτετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →