παρασκηνιακός
•
- κυριολεκτικάπου βρίσκεται στα (θεατρικά ή άλλα) παρασκήνια, ανήκει σ’ αυτά ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου πραγματοποιείται στα κρυφά, που γίνεται μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρασκηνιακός < παρασκήνιο + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρασκηνιακός | παρασκηνιακή | παρασκηνιακό |
| Γενική | παρασκηνιακού | παρασκηνιακής | παρασκηνιακού |
| Αιτιατική | παρασκηνιακό | παρασκηνιακή | παρασκηνιακό |
| Κλητική | παρασκηνιακέ | παρασκηνιακή | παρασκηνιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρασκηνιακοί | παρασκηνιακές | παρασκηνιακά |
| Γενική | παρασκηνιακών | παρασκηνιακών | παρασκηνιακών |
| Αιτιατική | παρασκηνιακούς | παρασκηνιακές | παρασκηνιακά |
| Κλητική | παρασκηνιακοί | παρασκηνιακές | παρασκηνιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →