Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρασπονδία

/pa.ɾa.sponˈði.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αθέτηση τμήματος συμφωνίας ή συνθήκης ή δέσμευσης που έχουμε απέναντι σε κάποιον Βικιλεξικό
    • Κάποτε, σε μυθιστόρημα συγγραφέα που δε θυμάται το όνομά του, είχε διαβάσει τη φράση «Τελικά ο Αυνάν ήταν αυτάρκης». Τον είχε εντυπωσιάσει τότε η φράση εκείνη. Μπορεί και να του απενοχοποιούσε εφηβικές παρασπονδίες. (Μάνος Κοντολέων, Κόντρα ρόλος, εκδ. Πατάκης, 2025)

Ετυμολογία

παρασπονδία < παρασπονδ(ώ) + -ία (μαρτυρείται από το 1893) < αρχαία ελληνική παρασπονδέω / παρασπονδῶ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαρασπονδίαπαρασπονδίες
Γενικήπαρασπονδίαςπαρασπονδιών
Αιτιατικήπαρασπονδίαπαρασπονδίες
Κλητικήπαρασπονδίαπαρασπονδίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →