παρασπονδώ
•
- λόγιοδιαπράττω παρασπονδία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρασπονδώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παρασπονδῶ, συνηρημένος τύπος του παρασπονδέω < παράσπονδος < παρα- + σπονδή
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παρασπονδώ | παρασπονδείς | παρασπονδεί | παρασπονδούμε | παρασπονδείτε | παρασπονδούν / παρασπονδούνε |
| Παρατατικός | παρασπονδούσα | παρασπονδούσες | παρασπονδούσε | παρασπονδούσαμε | παρασπονδούσατε | παρασπονδούσαν / παρασπονδούσανε |
| Αόριστος | παρασπόνδησα | παρασπόνδησες | παρασπόνδησε | παρασπονδήσαμε | παρασπονδήσατε | παρασπονδήσαν / παρασπονδήσανε / παρασπόνδησαν |
| Μέλλοντας | θα παρασπονδήσω / θα παρασπονδώ | θα παρασπονδήσεις / θα παρασπονδείς | θα παρασπονδήσει / θα παρασπονδεί | θα παρασπονδήσουμε / θα παρασπονδούμε | θα παρασπονδήσετε / θα παρασπονδείτε | θα παρασπονδήσουν / θα παρασπονδήσουνε / θα παρασπονδούν / θα παρασπονδούνε |
| Παρακείμενος | έχω παρασπονδήσει | έχεις παρασπονδήσει | έχει παρασπονδήσει | έχουμε παρασπονδήσει | έχετε παρασπονδήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παρασπονδήσει | είχες παρασπονδήσει | είχε παρασπονδήσει | είχαμε παρασπονδήσει | είχατε παρασπονδήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω παρασπονδήσει / να παρασπονδήσω / να παρασπονδώ | να έχεις παρασπονδήσει / να παρασπονδήσεις / να παρασπονδείς | να έχει παρασπονδήσει / να παρασπονδήσει / να παρασπονδεί | να έχουμε παρασπονδήσει / να παρασπονδήσουμε / να παρασπονδούμε | να έχετε παρασπονδήσει / να παρασπονδήσετε / να παρασπονδείτε | να παρασπονδήσουν / να παρασπονδήσουνε / να παρασπονδούν / να παρασπονδούνε |
| Προστακτική | — | παρασπόνδησε | — | — | παρασπονδήστε / παρασπονδείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →