Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραστέκομαι

ρήμα
•
  1. βοηθώ, στηρίζω, περιποιούμαι κάποιον, είμαι αρωγός Βικιλεξικό
    • Μου παραστάθηκε στην αρρώστια μου.

Ετυμολογία

παραστέκομαι < παραστέκω: παρα- + μεσαιωνική ελληνική στέκω, στέκομαι. Βλ. και το λόγιο παρίσταμαι

Άλλοι τύποι

παραστάθηκα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →