συμπαραστέκομαι
•
- βοηθώ και υποστηρίζω κάποιον υλικά και ηθικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμπαραστέκομαι < συμπαρίσταμαι προσαρμοσμένο στη δημοτική (όπως παρίσταμαι > παραστέκομαι)
Άλλοι τύποι
συμπαραστάθηκα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →