Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραστιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. εστία, τζάκι Βικιλεξικό
    • Μακάρι να μου 'χε κ' εμέ η Πανάγαινα απόψε στην παραστιά μου τη φωτιά που θεν' έχουν αυτοί (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στό Χριστό στό Κάστρο, 1892)

Ετυμολογία

παραστιά < αρχαία ελληνική παρέστιος < παρά + ἔστιος < ἐστία # παραστιά < ελληνιστική πυρεστία < πῦρ + ἐστία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαραστιάπαραστιές
Γενικήπαραστιάςπαραστιών
Αιτιατικήπαραστιάπαραστιές
Κλητικήπαραστιάπαραστιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →