Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γωνιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το ακριανό μέρος ενός χώρου, ο χώρος που σχηματίζεται ανάμεσα σε γειτονικές πλευρές ή επιφάνειες Βικιλεξικό
    • Σα γάτα σκαρφάλωσε στην όρθια ξύλινη σκάλα της σοφίτας, κι εκεί, αφού σκάλισε σε όλες τις γωνιές, άνοιξε όλες τις αποθήκες (Πηνελόπη Δέλτα, Παραμύθι χωρίς όνομα, Κεφάλαιο Θ, 1910)
  2. η συμβολή δύο δρόμων Βικιλεξικό
    • Το Μαράκι στη γωνιά θα συναντήση,
    • τον καλό της, η Κική θα τον προσμένη
    • να φανή, την Πόπη κάποιος θα τολμήση
    • το κατόπι της να πάρη, ενώ διαβαίνει.
  3. τόπος μακρινός ή σχετικά απομονωμένος Βικιλεξικό
  4. λαϊκότροποτζάκι Βικιλεξικό
  5. κεφαλονίτικο ιδίωμαη εστία της κουζίνας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γωνιά < μεσαιωνική ελληνική γωνιά < αρχαία ελληνική γωνία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγωνιάγωνιές
Γενικήγωνιάςγωνιών
Αιτιατικήγωνιάγωνιές
Κλητικήγωνιάγωνιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

γωνία

/ɣoˈni.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γεωμετρίαο χώρος που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο ευθείες που τέμνονται, κοντά στο σημείο τομής τους Βικιλεξικό
    • οξεία, ορθή, αμβλεία γωνία
  2. το μέρος όπου συναντιώνται δυο δρόμοι Βικιλεξικό
    • Υπάρχει ένα φανάρι στη γωνία του δρόμου.
  3. το ακριανό μέρος ενός χώρου, ο χώρος που σχηματίζεται ανάμεσα σε γειτονικές πλευρές ή επιφάνειες Βικιλεξικό
    • Βάλε το κιβώτιο στη γωνία του δωματίου!
  4. το ακριανό μέρος ενός ψωμιού Βικιλεξικό
    • Όλο θες να τρως τη γωνία, άφησέ την και στους άλλους!

Ετυμολογία

γωνία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γωνία (η γωνία, η γωνιά, η κώχη και το γωνιόμετρο, το όργανο του ξυλουργού). Συγκρίνετε με το γωνιά.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγωνίαγωνίες
Γενικήγωνίαςγωνιών
Αιτιατικήγωνίαγωνίες
Κλητικήγωνίαγωνίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →