γωνιά
•
- το ακριανό μέρος ενός χώρου, ο χώρος που σχηματίζεται ανάμεσα σε γειτονικές πλευρές ή επιφάνειες Βικιλεξικό
- Σα γάτα σκαρφάλωσε στην όρθια ξύλινη σκάλα της σοφίτας, κι εκεί, αφού σκάλισε σε όλες τις γωνιές, άνοιξε όλες τις αποθήκες (Πηνελόπη Δέλτα, Παραμύθι χωρίς όνομα, Κεφάλαιο Θ, 1910)
- η συμβολή δύο δρόμων Βικιλεξικό
- Το Μαράκι στη γωνιά θα συναντήση,
- τον καλό της, η Κική θα τον προσμένη
- να φανή, την Πόπη κάποιος θα τολμήση
- το κατόπι της να πάρη, ενώ διαβαίνει.
- τόπος μακρινός ή σχετικά απομονωμένος Βικιλεξικό
- λαϊκότροποτζάκι Βικιλεξικό
- κεφαλονίτικο ιδίωμαη εστία της κουζίνας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γωνιά < μεσαιωνική ελληνική γωνιά < αρχαία ελληνική γωνία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γωνιά | γωνιές |
| Γενική | γωνιάς | γωνιών |
| Αιτιατική | γωνιά | γωνιές |
| Κλητική | γωνιά | γωνιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →