παρατήρηση
•
- το να παρατηρείς κάτι, να το κοιτάς προσεκτικά επί αρκετή ώρα για να ανακαλύψεις ή να καταλάβεις κάτι Βικιλεξικό
- Σχεδόν το σύνολο των φυσικών επιστημών βασίζονται στην παρατήρηση και το πείραμα
- ερευνητικό δεδομένο, δεδομένο έρευνας Βικιλεξικό
- καταγραφή και μέτρηση συγκεκριμένων παραγόντων και μεταβλητώνhttp://www.politeianet.gr/books/9789604022007-kokkinaki-flora-tupothito-dardanos-koinoniki-psuchologia-178268 Βικιλεξικό
- ένα σχόλιο, γραπτό ή προφορικό Βικιλεξικό
- Μπορώ να κάνω μια παρατήρηση πάνω στο θέμα;
- επιτιμητικός λόγος, μάλωμα Βικιλεξικό
- Η δασκάλα του έκανε παρατήρηση για τα πολλά λάθη στο τετράδιό του.
- παρωχημένογραμματική ή συντακτική ή ερμηνευτική ερώτηση διαγωνίσματος πάνω σε ένα κείμενο, άσκηση Βικιλεξικό
- η μικρότερη ποινή σε αθλητικά ή άλλου είδους αδικήματα η οποία απλώς καταγράφεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρατήρηση < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρατήρηση | παρατηρήσεις |
| Γενική | παρατήρησης | παρατηρήσεων |
| Αιτιατική | παρατήρηση | παρατηρήσεις |
| Κλητική | παρατήρηση | παρατηρήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →