παρατηρῶ
•
- πολυτονική γραφή του παρατηρώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
παρατηρώ < αρχαία ελληνική παρατηρέω / παρατηρῶ ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική observer)
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παρατηρώ | παρατηρείς | παρατηρεί | παρατηρούμε | παρατηρείτε | παρατηρούν / παρατηρούνε |
| Παρατατικός | παρατηρούσα | παρατηρούσες | παρατηρούσε | παρατηρούσαμε | παρατηρούσατε | παρατηρούσαν / παρατηρούσανε |
| Αόριστος | παρατήρησα | παρατήρησες | παρατήρησε | παρατηρήσαμε | παρατηρήσατε | παρατήρησαν / παρατηρήσαν / παρατηρήσανε |
| Μέλλοντας | θα παρατηρήσω / θα παρατηρώ | θα παρατηρήσεις / θα παρατηρείς | θα παρατηρήσει / θα παρατηρεί | θα παρατηρήσουμε / θα παρατηρούμε | θα παρατηρήσετε / θα παρατηρείτε | θα παρατηρήσουν / θα παρατηρήσουνε / θα παρατηρούν / θα παρατηρούνε |
| Παρακείμενος | έχω παρατηρήσει | έχεις παρατηρήσει | έχει παρατηρήσει | έχουμε παρατηρήσει | έχετε παρατηρήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παρατηρήσει | είχες παρατηρήσει | είχε παρατηρήσει | είχαμε παρατηρήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παρατηρήσει / να παρατηρήσω / να παρατηρώ | να έχεις παρατηρήσει / να παρατηρήσεις / να παρατηρείς | να έχει παρατηρήσει / να παρατηρήσει / να παρατηρεί | να έχουμε παρατηρήσει / να παρατηρήσουμε / να παρατηρούμε | να έχετε παρατηρήσει / να παρατηρήσετε / να παρατηρείτε | να παρατηρήσουν / να παρατηρήσουνε / να παρατηρούν / να παρατηρούνε |
| Προστακτική | — | παρατήρει / παρατήρησε | — | — | παρατηρήστε / παρατηρείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →