Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρατηρήσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου είναι δυνατόν να παρατηρηθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παρατηρήσιμος < ελληνιστική κοινή παρατηρήσιμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαρατηρήσιμοςπαρατηρήσιμηπαρατηρήσιμο
Γενικήπαρατηρήσιμουπαρατηρήσιμηςπαρατηρήσιμου
Αιτιατικήπαρατηρήσιμοπαρατηρήσιμηπαρατηρήσιμο
Κλητικήπαρατηρήσιμεπαρατηρήσιμηπαρατηρήσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαρατηρήσιμοιπαρατηρήσιμεςπαρατηρήσιμα
Γενικήπαρατηρήσιμωνπαρατηρήσιμωνπαρατηρήσιμων
Αιτιατικήπαρατηρήσιμουςπαρατηρήσιμεςπαρατηρήσιμα
Κλητικήπαρατηρήσιμοιπαρατηρήσιμεςπαρατηρήσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →