παρατηρηθείς
•
- λόγιοπου παρατηρήθηκε, που τον παρατήρησε κάποιος στο παρελθόν Βικιλεξικό
- και ευθυγραμμίζεται με το μοντέλο που ακολουθούν τα άλλα παρατηρηθέντα πλανητικά συστήματα του γαλαξία
- Όζον: αξιολόγηση μοντέλων πρόβλεψης, παρατηρηθείσες τιμές, προβλεφθείσες τιμές, όρια υπερβάσεων... /οι παρατηρηθείσες αρρυθμίες
- λόγιοπου έχει δεχθεί παρατήρηση στον παρελθόν Βικιλεξικό
- Επιβάλλει στους παρατηρηθέντες ή αποβληθέντες ποδοσφαιριστές τις αντίστοιχες κατά περίπτωση πειθαρχικές κυρώσεις..
Ετυμολογία
παρατηρηθείς < λόγια μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος παρατηρώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →