Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρατηρησιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την παρατήρηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
    • παρατηρησιακή αστροφυσική

Ετυμολογία

παρατηρησιακός < παρατήρησ(η) + -ιακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαρατηρησιακόςπαρατηρησιακήπαρατηρησιακό
Γενικήπαρατηρησιακούπαρατηρησιακήςπαρατηρησιακού
Αιτιατικήπαρατηρησιακόπαρατηρησιακήπαρατηρησιακό
Κλητικήπαρατηρησιακέπαρατηρησιακήπαρατηρησιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαρατηρησιακοίπαρατηρησιακέςπαρατηρησιακά
Γενικήπαρατηρησιακώνπαρατηρησιακώνπαρατηρησιακών
Αιτιατικήπαρατηρησιακούςπαρατηρησιακέςπαρατηρησιακά
Κλητικήπαρατηρησιακοίπαρατηρησιακέςπαρατηρησιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →