παρατηρησιακός
•
- που έχει σχέση με την παρατήρηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- παρατηρησιακή αστροφυσική
Ετυμολογία
παρατηρησιακός < παρατήρησ(η) + -ιακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρατηρησιακός | παρατηρησιακή | παρατηρησιακό |
| Γενική | παρατηρησιακού | παρατηρησιακής | παρατηρησιακού |
| Αιτιατική | παρατηρησιακό | παρατηρησιακή | παρατηρησιακό |
| Κλητική | παρατηρησιακέ | παρατηρησιακή | παρατηρησιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρατηρησιακοί | παρατηρησιακές | παρατηρησιακά |
| Γενική | παρατηρησιακών | παρατηρησιακών | παρατηρησιακών |
| Αιτιατική | παρατηρησιακούς | παρατηρησιακές | παρατηρησιακά |
| Κλητική | παρατηρησιακοί | παρατηρησιακές | παρατηρησιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →