παρατηρητήριο
•
- ειδικός (διαμορφωμένος) τόπος ή θέση κατάλληλα για παρατήρηση / παρακολούθηση Βικιλεξικό
- (ειδικότερα) (στρατιωτικός όρος) ειδικά διαμορφωμένος τόπος ή θέση κατάλληλα για παρατήρηση / παρακολούθηση του εχθρού
- οργανισμός παρακολούθησης διαφόρων κοινωνικών, οικονομικών ή άλλων φαινομένων, με την διεξαγωγή σχετικών ερευνών και ειδικών μετρήσεων Βικιλεξικό
- Με αυτό το σύνθημα το «Παρατηρητήριο ενάντια στη φασιστική βία και τον ρατσισμό» πραγματοποίησε την περασμένη Παρασκευή το βράδυ την ιδρυτική του συνέλευση, για να διατρανώσει ότι απέναντι στον φασισμό, τον ρατσισμό, τη βία και τη μισαλλοδοξία στη Θεσσαλονίκη έχει στηθεί πλέον ένα κοινό ανάχωμα. (Εφημερίδα των Συντακτών, 11.02.2019)
Ετυμολογία
παρατηρητήριο <παρατηρώ, παρατηρη- + -τήριο (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική observatoire)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρατηρητήριο | παρατηρητήρια |
| Γενική | παρατηρητήριου / παρατηρητηρίου | παρατηρητήριων / παρατηρητηρίων |
| Αιτιατική | παρατηρητήριο | παρατηρητήρια |
| Κλητική | παρατηρητήριο | παρατηρητήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →