παρατροπικός
•
- γεωγραφίαπου βρίσκεται μέσα στην τροπική ζώνη ή κοντά σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρατροπικός < παρα- + τροπικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρατροπικός | παρατροπική | παρατροπικό |
| Γενική | παρατροπικού | παρατροπικής | παρατροπικού |
| Αιτιατική | παρατροπικό | παρατροπική | παρατροπικό |
| Κλητική | παρατροπικέ | παρατροπική | παρατροπικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρατροπικοί | παρατροπικές | παρατροπικά |
| Γενική | παρατροπικών | παρατροπικών | παρατροπικών |
| Αιτιατική | παρατροπικούς | παρατροπικές | παρατροπικά |
| Κλητική | παρατροπικοί | παρατροπικές | παρατροπικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →