Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρατροπικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. γεωγραφίαπου βρίσκεται μέσα στην τροπική ζώνη ή κοντά σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παρατροπικός < παρα- + τροπικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαρατροπικόςπαρατροπικήπαρατροπικό
Γενικήπαρατροπικούπαρατροπικήςπαρατροπικού
Αιτιατικήπαρατροπικόπαρατροπικήπαρατροπικό
Κλητικήπαρατροπικέπαρατροπικήπαρατροπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαρατροπικοίπαρατροπικέςπαρατροπικά
Γενικήπαρατροπικώνπαρατροπικώνπαρατροπικών
Αιτιατικήπαρατροπικούςπαρατροπικέςπαρατροπικά
Κλητικήπαρατροπικοίπαρατροπικέςπαρατροπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →