Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τροπικός

/tɾo.piˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. γεωγραφίαπου σχετίζεται με τα ηλιοστάσια, τις τροπές του ήλιου Βικιλεξικό
  2. γεωγραφίαπου σχετίζεται με τις χώρες γύρω από τον Ισημερινό ή αναφέρεται σ’ αυτές και τα χαρακτηριστικά τους (κλίμα, χλωρίδα κ.λπ.) Βικιλεξικό
  3. μουσικήπου έχει σχέση με την τροπική μουσική ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  4. γραμματικήπου έχει σχέση με τον τρόπο, αναφέρεται σ’ αυτόν ή τον δηλώνει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τροπικός < αρχαία ελληνική τροπικός < τρόπος < τρέπω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική tropique)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτροπικόςτροπικήτροπικό
Γενικήτροπικούτροπικήςτροπικού
Αιτιατικήτροπικότροπικήτροπικό
Κλητικήτροπικέτροπικήτροπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτροπικοίτροπικέςτροπικά
Γενικήτροπικώντροπικώντροπικών
Αιτιατικήτροπικούςτροπικέςτροπικά
Κλητικήτροπικοίτροπικέςτροπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →