τροπικός
•
- γεωγραφίαπου σχετίζεται με τα ηλιοστάσια, τις τροπές του ήλιου Βικιλεξικό
- γεωγραφίαπου σχετίζεται με τις χώρες γύρω από τον Ισημερινό ή αναφέρεται σ’ αυτές και τα χαρακτηριστικά τους (κλίμα, χλωρίδα κ.λπ.) Βικιλεξικό
- μουσικήπου έχει σχέση με την τροπική μουσική ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- γραμματικήπου έχει σχέση με τον τρόπο, αναφέρεται σ’ αυτόν ή τον δηλώνει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τροπικός < αρχαία ελληνική τροπικός < τρόπος < τρέπω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική tropique)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τροπικός | τροπική | τροπικό |
| Γενική | τροπικού | τροπικής | τροπικού |
| Αιτιατική | τροπικό | τροπική | τροπικό |
| Κλητική | τροπικέ | τροπική | τροπικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τροπικοί | τροπικές | τροπικά |
| Γενική | τροπικών | τροπικών | τροπικών |
| Αιτιατική | τροπικούς | τροπικές | τροπικά |
| Κλητική | τροπικοί | τροπικές | τροπικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →