παρατυπία
•
- το να είναι κάποιος παράτυπος ή κάτι να είναι παράτυπο, η παραβίαση κάποιων τύπων, διαδικασιών ή κανόνων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρατυπία < παράτυπος + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρατυπία | παρατυπίες |
| Γενική | παρατυπίας | παρατυπιών |
| Αιτιατική | παρατυπία | παρατυπίες |
| Κλητική | παρατυπία | παρατυπίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →