παραχαράζω
•
- είμαι παραχαράκτης, φτιάχνω πλαστά νομίσματα ή χαρτονομίσματα Βικιλεξικό
- μεταφορικάδιαστρέφω, αλλοιώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραχαράζω < αρχαία ελληνική παραχαράσσω < παρά + χαράσσω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παραχαράζω | παραχαράζεις | παραχαράζει | παραχαράζουμε | παραχαράζετε | παραχαράζουν / παραχαράζουνε |
| Παρατατικός | παραχάραζα | παραχάραζες | παραχάραζε | παραχαράζαμε | παραχαράζατε | παραχάραζαν / παραχαράζαν / παραχαράζανε |
| Αόριστος | παραχάραξα | παραχάραξες | παραχάραξε | παραχαράξαμε | παραχαράξατε | παραχάραξαν / παραχαράξαν / παραχαράξανε |
| Μέλλοντας | θα παραχαράζω / θα παραχαράξω | θα παραχαράζεις / θα παραχαράξεις | θα παραχαράζει / θα παραχαράξει | θα παραχαράζουμε / θα παραχαράξουμε | θα παραχαράζετε / θα παραχαράξετε | θα παραχαράζουν / θα παραχαράζουνε / θα παραχαράξουν / θα παραχαράξουνε |
| Παρακείμενος | έχω παραχαράξει | έχεις παραχαράξει | έχει παραχαράξει | έχουμε παραχαράξει | έχετε παραχαράξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παραχαράξει | είχες παραχαράξει | είχε παραχαράξει | είχαμε παραχαράξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παραχαράξει / να παραχαράζω / να παραχαράξω | να έχεις παραχαράξει / να παραχαράζεις / να παραχαράξεις | να έχει παραχαράξει / να παραχαράζει / να παραχαράξει | να έχουμε παραχαράξει / να παραχαράζουμε / να παραχαράξουμε | να έχετε παραχαράξει / να παραχαράζετε / να παραχαράξετε | να παραχαράζουν / να παραχαράζουνε / να παραχαράξουν / να παραχαράξουνε |
| Προστακτική | — | παραχάραζε / παραχάραξε | — | — | παραχαράζετε / παραχαράξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →