παραχαράκτης
•
- αυτός που προσπαθεί να παραγάγει πλαστά χαρτονομίσματα ή κίβδηλα νομίσματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραχαράκτης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παραχαράκτης < αρχαία ελληνική παραχαράσσω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παραχαράκτης | παραχαράκτες |
| Γενική | παραχαράκτη | παραχαρακτών |
| Αιτιατική | παραχαράκτη | παραχαράκτες |
| Κλητική | παραχαράκτη | παραχαράκτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →