Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραχοντραίνω

ρήμα
•
  1. κυριολεκτικάκάνω κάποιον (ή κάτι) πολύ χοντρό ή συμβάλλω σε κάτι τέτοιο Βικιλεξικό
  2. κυριολεκτικάγίνομαι πολύ χοντρός Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάκάνω κάτι το οποίο πρέπει να λάβει κάποιος σοβαρά ή να ανησυχήσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παραχοντραίνω < παρα- + χοντραίνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπαραχοντραίνωπαραχοντραίνειςπαραχοντραίνειπαραχοντραίνουμεπαραχοντραίνετεπαραχοντραίνουν / παραχοντραίνουνε
Παρατατικόςπαραχόντραιναπαραχόντραινεςπαραχόντραινεπαραχοντραίναμεπαραχοντραίνατεπαραχοντραίναν / παραχοντραίνανε / παραχόντραιναν
Αόριστοςπαραχόντρυναπαραχόντρυνεςπαραχόντρυνεπαραχοντρύναμεπαραχοντρύνατεπαραχοντρύναν / παραχοντρύνανε / παραχόντρυναν
Μέλλονταςθα παραχοντραίνω / θα παραχοντρύνωθα παραχοντραίνεις / θα παραχοντρύνειςθα παραχοντραίνει / θα παραχοντρύνειθα παραχοντραίνουμε / θα παραχοντρύνουμεθα παραχοντραίνετε / θα παραχοντρύνετεθα παραχοντραίνουν / θα παραχοντραίνουνε / θα παραχοντρύνουν / θα παραχοντρύνουνε
Παρακείμενοςέχω παραχοντρύνειέχεις παραχοντρύνειέχει παραχοντρύνειέχουμε παραχοντρύνειέχετε παραχοντρύνει—
Υπερσυντέλικοςείχα παραχοντρύνειείχες παραχοντρύνειείχε παραχοντρύνειείχαμε παραχοντρύνειείχατε παραχοντρύνει—
Υποτακτικήνα έχω παραχοντρύνει / να παραχοντραίνω / να παραχοντρύνωνα έχεις παραχοντρύνει / να παραχοντραίνεις / να παραχοντρύνειςνα έχει παραχοντρύνει / να παραχοντραίνει / να παραχοντρύνεινα έχουμε παραχοντρύνει / να παραχοντραίνουμε / να παραχοντρύνουμενα έχετε παραχοντρύνει / να παραχοντραίνετε / να παραχοντρύνετενα παραχοντραίνουν / να παραχοντραίνουνε / να παραχοντρύνουν / να παραχοντρύνουνε
Προστακτική—παραχόντραινε / παραχόντρυνε——παραχοντραίνετε / παραχοντρύνετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →