παραχοντραίνω
•
- κυριολεκτικάκάνω κάποιον (ή κάτι) πολύ χοντρό ή συμβάλλω σε κάτι τέτοιο Βικιλεξικό
- κυριολεκτικάγίνομαι πολύ χοντρός Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάνω κάτι το οποίο πρέπει να λάβει κάποιος σοβαρά ή να ανησυχήσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραχοντραίνω < παρα- + χοντραίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παραχοντραίνω | παραχοντραίνεις | παραχοντραίνει | παραχοντραίνουμε | παραχοντραίνετε | παραχοντραίνουν / παραχοντραίνουνε |
| Παρατατικός | παραχόντραινα | παραχόντραινες | παραχόντραινε | παραχοντραίναμε | παραχοντραίνατε | παραχοντραίναν / παραχοντραίνανε / παραχόντραιναν |
| Αόριστος | παραχόντρυνα | παραχόντρυνες | παραχόντρυνε | παραχοντρύναμε | παραχοντρύνατε | παραχοντρύναν / παραχοντρύνανε / παραχόντρυναν |
| Μέλλοντας | θα παραχοντραίνω / θα παραχοντρύνω | θα παραχοντραίνεις / θα παραχοντρύνεις | θα παραχοντραίνει / θα παραχοντρύνει | θα παραχοντραίνουμε / θα παραχοντρύνουμε | θα παραχοντραίνετε / θα παραχοντρύνετε | θα παραχοντραίνουν / θα παραχοντραίνουνε / θα παραχοντρύνουν / θα παραχοντρύνουνε |
| Παρακείμενος | έχω παραχοντρύνει | έχεις παραχοντρύνει | έχει παραχοντρύνει | έχουμε παραχοντρύνει | έχετε παραχοντρύνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παραχοντρύνει | είχες παραχοντρύνει | είχε παραχοντρύνει | είχαμε παραχοντρύνει | είχατε παραχοντρύνει | — |
| Υποτακτική | να έχω παραχοντρύνει / να παραχοντραίνω / να παραχοντρύνω | να έχεις παραχοντρύνει / να παραχοντραίνεις / να παραχοντρύνεις | να έχει παραχοντρύνει / να παραχοντραίνει / να παραχοντρύνει | να έχουμε παραχοντρύνει / να παραχοντραίνουμε / να παραχοντρύνουμε | να έχετε παραχοντρύνει / να παραχοντραίνετε / να παραχοντρύνετε | να παραχοντραίνουν / να παραχοντραίνουνε / να παραχοντρύνουν / να παραχοντρύνουνε |
| Προστακτική | — | παραχόντραινε / παραχόντρυνε | — | — | παραχοντραίνετε / παραχοντρύνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →