παραχωρησιούχος
•
- νεολογισμόςπου αφορά εταιρεία που είναι ανάδοχος ενός έργου ή δημοσίου χώρου και είναι υπεύθυνη για τη διαμόρφωση και λειτουργία του Βικιλεξικό
- Συμφωνία παραχωρησιούχων για ενιαίο e-pass σε όλους τους αυτοκινητόδρομους (Γιώργος Λιάλιος, *, Η Καθημερινή, 4 Νοεμβρίου 2019)
Ετυμολογία
παραχωρησιούχος < ((ελληνιστική κοινή), 'καθαρεύουσα') παραχώρησι(ς) (παραχώρηση) + -ούχος (όπως το συμβασιούχος)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παραχωρησιούχος | παραχωρησιούχα / παραχωρησιούχος | παραχωρησιούχο |
| Γενική | παραχωρησιούχου | παραχωρησιούχας / παραχωρησιούχου | παραχωρησιούχου |
| Αιτιατική | παραχωρησιούχο | παραχωρησιούχα / παραχωρησιούχο | παραχωρησιούχο |
| Κλητική | παραχωρησιούχε | παραχωρησιούχα / παραχωρησιούχε | παραχωρησιούχο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παραχωρησιούχοι | παραχωρησιούχες / παραχωρησιούχοι | παραχωρησιούχα |
| Γενική | παραχωρησιούχων | παραχωρησιούχων | παραχωρησιούχων |
| Αιτιατική | παραχωρησιούχους | παραχωρησιούχες / παραχωρησιούχους | παραχωρησιούχα |
| Κλητική | παραχωρησιούχοι | παραχωρησιούχες / παραχωρησιούχοι | παραχωρησιούχα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →