Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραχωρώ

ρήμα
•
  1. δίνω το χώρο ή τη θέση σε κάποιον Βικιλεξικό
  2. νομικός όροςεκχωρώ, μεταβιβάζω Βικιλεξικό
    • Στις περιπτώσεις αυτές παραχωρείται άδεια διαμονής μισθωτού ή αυτοεργοδοτούμενου. Οι αιτήσεις για άδεια διαμονής μισθωτού σφραγίζονται από το Τμήμα Εργασίας. Το 2004 υποβλήθηκαν 5.292 αιτήσεις για άδεια διαμονής μισθωτού, κυρίως από Έλληνες ( 1.796 ) , Πολωνούς ( 1.131 ) και ... (Ετήσια Έκθεσις γραφείου δημοσίων πληροφοριών δια το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Κύπρος, 2004, σελ. 127)

Ετυμολογία

παραχωρώ < αρχαία ελληνική παραχωρέω / παραχωρῶ < παρά + χωρέω / χωρῶ ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική concéder)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπαραχωρώπαραχωρείςπαραχωρείπαραχωρούμεπαραχωρείτεπαραχωρούν / παραχωρούνε
Παρατατικόςπαραχωρούσαπαραχωρούσεςπαραχωρούσεπαραχωρούσαμεπαραχωρούσατεπαραχωρούσαν / παραχωρούσανε
Αόριστοςπαραχώρησαπαραχώρησεςπαραχώρησεπαραχωρήσαμεπαραχωρήσατεπαραχωρήσαν / παραχωρήσανε / παραχώρησαν
Μέλλονταςθα παραχωρήσω / θα παραχωρώθα παραχωρήσεις / θα παραχωρείςθα παραχωρήσει / θα παραχωρείθα παραχωρήσουμε / θα παραχωρούμεθα παραχωρήσετε / θα παραχωρείτεθα παραχωρήσουν / θα παραχωρήσουνε / θα παραχωρούν / θα παραχωρούνε
Παρακείμενοςέχω παραχωρήσειέχεις παραχωρήσειέχει παραχωρήσειέχουμε παραχωρήσειέχετε παραχωρήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα παραχωρήσειείχες παραχωρήσειείχε παραχωρήσειείχαμε παραχωρήσει——
Υποτακτικήνα έχω παραχωρήσει / να παραχωρήσω / να παραχωρώνα έχεις παραχωρήσει / να παραχωρήσεις / να παραχωρείςνα έχει παραχωρήσει / να παραχωρήσει / να παραχωρείνα έχουμε παραχωρήσει / να παραχωρήσουμε / να παραχωρούμενα έχετε παραχωρήσει / να παραχωρήσετε / να παραχωρείτενα παραχωρήσουν / να παραχωρήσουνε / να παραχωρούν / να παραχωρούνε
Προστακτική—παραχώρει / παραχώρησε——παραχωρήστε / παραχωρείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →