παρεΐστικος
•
- που έχει σχέση με παρέα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρεΐστικος < παρέα + -ίστικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρεΐστικος | παρεΐστικη | παρεΐστικο |
| Γενική | παρεΐστικου | παρεΐστικης | παρεΐστικου |
| Αιτιατική | παρεΐστικο | παρεΐστικη | παρεΐστικο |
| Κλητική | παρεΐστικε | παρεΐστικη | παρεΐστικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρεΐστικοι | παρεΐστικες | παρεΐστικα |
| Γενική | παρεΐστικων | παρεΐστικων | παρεΐστικων |
| Αιτιατική | παρεΐστικους | παρεΐστικες | παρεΐστικα |
| Κλητική | παρεΐστικοι | παρεΐστικες | παρεΐστικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →