Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρεΐστικος

/pa.ɾeˈi.sti.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με παρέα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παρεΐστικος < παρέα + -ίστικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαρεΐστικοςπαρεΐστικηπαρεΐστικο
Γενικήπαρεΐστικουπαρεΐστικηςπαρεΐστικου
Αιτιατικήπαρεΐστικοπαρεΐστικηπαρεΐστικο
Κλητικήπαρεΐστικεπαρεΐστικηπαρεΐστικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαρεΐστικοιπαρεΐστικεςπαρεΐστικα
Γενικήπαρεΐστικωνπαρεΐστικωνπαρεΐστικων
Αιτιατικήπαρεΐστικουςπαρεΐστικεςπαρεΐστικα
Κλητικήπαρεΐστικοιπαρεΐστικεςπαρεΐστικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →