παρέα
•
- φιλική συντροφιά, ομάδα φίλων Βικιλεξικό
- Θα βγω έξω με την παρέα μου.
- η σχέση ανάμεσα σε φίλους που συναντιούνται συχνά, η κοινωνική συναναστροφή Βικιλεξικό
- Κάνουμε παρέα με τα παιδιά αυτά εδώ και κάτι μήνες.
- μεταφορικάαντικείμενο που μας συνοδεύει και μας ψυχαγωγεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρέα < (άμεσο δάνειο) εβραιοϊσπανική parea < ισπανική pareja (ζευγάρι), θηλυκό του parejo < δημώδης λατινική *paricla < *pariclus < *pariculus < λατινική par
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρέα | παρέες |
| Γενική | παρέας | — |
| Αιτιατική | παρέα | παρέες |
| Κλητική | παρέα | παρέες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →